διαιτός

διαιτός· κριτής, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ευδίαιτος — εὐδίαιτος, ον (Α) αυτός που ζει με εγκράτεια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + διαιτος (< δίαιτα «τρόπος ζωής») πρβλ. ομο δίαιτος, οικο δίαιτος, λιτο δίαιτος] …   Dictionary of Greek

  • καθαροδίαιτος — καθαροδίαιτος, ον (Μ) αυτός που ζει καθαρό, ανεπίληπτο, άμεμπτο βίο. [ΕΤΥΜΟΛ. < καθαρός + δίαιτος (< δίαιτα «τρόπος ζωής»), πρβλ. λιτο δίαιτος, ολιγο δίαιτος] …   Dictionary of Greek

  • καρδιοδίαιτος — καρδιοδίαιτος, ον (Α) πάπ. αυτός που τρώει καρδιές. [ΕΤΥΜΟΛ. < καρδι(ο) * + δίαιτος (< δίαιτα), πρβλ. ανθο δίαιτος, οικο δίαιτος] …   Dictionary of Greek

  • κοπροδίαιτος — κοπροδίαιτος, ον (Μ) αυτός που τρέφεται με κόπρο. [ΕΤΥΜΟΛ. < κόπρος (Ι) + δίαιτος (< δίαιτα), πρβλ. αστρο δίαιτος, οικο δίαιτος] …   Dictionary of Greek

  • λιμνοδίαιτος — η, ο λιμνόβιος, λιμναίος, αυτός που ζει μέσα ή κοντά σε λίμνη. [ΕΤΥΜΟΛ. < λίμνη + δίαιτος (< δίαιτα), πρβλ. λιτο δίαιτος, υδρο δίαιτος. Η λ. μαρτυρείται από το 1898 στον Χρ. Τσούντα] …   Dictionary of Greek

  • λιτοδίαιτος — η, ο (Α λιτοδίαιτος, ον) 1. αυτός που ζει απλά, ολιγαρκής 2. το ουδ. ως ουσ. το λιτοδίαιτο(ν) ο λιτός βίος, η λιτότητα. [ΕΤΥΜΟΛ. < λιτός (I) + δίαιτος (< δίαιτα), πρβλ. αδρο δίαιτος, αστρο δίαιτος] …   Dictionary of Greek

  • οικοδίαιτος — η, ο (Α οἰκοδίαιτος, ον) αυτός που τρέφεται στο σπίτι, κατοικίδιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < οἶκος + δίαιτος (< δίαιτα), πρβλ. αγρο δίαιτος, ραβδο δίαιτος] …   Dictionary of Greek

  • τρωγλοδίαιτος — η, ο, Ν τρωγλοδύτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρώγλη + δίαιτος (< δίαιτα), πρβλ. λιμνο δίαιτος, σπηλαιο δίαιτος] …   Dictionary of Greek

  • Τεχνοδίαιτος — ον, Α (ως προσωνυμία τού Ηφαίστου) αυτός που ζει στην τέχνη. [ΕΤΥΜΟΛ. < τέχνη + δίαιτος (< δίαιτα), πρβλ. ὑλο δίαιτος] …   Dictionary of Greek

  • ισοδίαιτος — ἰσοδίαιτος, ον (Α) αυτός που έχει την ίδια δίαιτα, την ίδια τροφή με τους άλλους, αυτός που ζει όπως και οι άλλοι («καὶ ἐς τὰ ἄλλα πρὸς τοὺς πολλοὺς οἰ τὰ μείζω κεκτημένοι ἰσοδίαιτοι μάλιστα κατέστησαν», Θουκ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰσ(ο) * + δίαιτος… …   Dictionary of Greek

  • ολιγοδίαιτος — η, ο (Α ὀλιγοδίαιτος, ον) αυτός που ζει με λίγα, ο λιτοδίαιτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀλιγ(ο) (βλ. λ. λιγο ) + δίαιτος (< δίαιτα), πρβλ. λιτο δίαιτος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.